Το σκοτεινό δάσος, όπως θα αποκαλείτο σήμερα, εκτείνεται βόρεια για 160 χιλιόμετρα και τελειώνει νοητά στο ύψος της Στουτγκάρδης. Αγκαλιάζει το Δούναβη χαμηλά και το Ρήνο κατά μήκος και ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση, τις αειθαλείς ερυθρελάτες, τα ποτάμια, τους καταρράκτες και τη φυσική ομορφιά, δημιουργεί ένα ανεπανάληπτο, σχεδόν παραμυθένιο σκηνικό, ιδανικό για παρασκευή μύθων.
Στο «Σκοτεινό Δάσος» έδρασαν οι Νιμπελούνγκεν, η τρομερή φυλή των νάνων του ομώνυμου μεσαιωνικού πρωσικού έπους, από την οποία εμπνεύστηκε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ μια από τις σημαντικότερες δημιουργίες στην ιστορία της μουσικής.
Η επική τετραλογία «Der Ring des Nibelungen» είναι ένα έργο με απίστευτη πλοκή, μια απίθανη μείξη μύθων και παραδοσιακών εξιστορήσεων, χωρισμένο σε τέσσερεις επί μέρους όπερες, συνολικής διάρκειας άνω των 15 ωρών: «Ο Χρυσός του Ρήνου», «Η Βαλκυρία», «Ο Ζίγκφριντ» και «Το Λυκόφως των Θεών».
Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από ένα μαγικό δαχτυλίδι, το οποίο δίνει απόλυτη εξουσία στον κάτοχό του και το ποθούν Θεοί, Μοίρες, θνητοί, γίγαντες, νάνοι, κόρες του Ρήνου και Βαλκυρίες.
Το παραμύθι το αφηγούνται στα παιδιά από το 1200, είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς ολόκληρης της Ευρώπης, αποτελεί σημείο αναφοράς και διαμόρφωσε, ακούσια και μη, ολόκληρη την τοπική κουλτούρα. Και είναι το πρώτο παραμύθι που άκουσαν τα αυτιά του γεννημένου στο Γκέπινγκεν της Στουτγκάρδης, Γιούργκεν Κλίνσμαν.
Ο Γιούργκεν Κλίνσμαν σε νεαρή ηλικία.
Ο Ζίγκφριντ
Το αρτοποιείο των Κλίνσμαν, η περίφημη Bäckerei Klinsmann, έστεκε στο Μπότνανγκ για περισσότερα από 42 χρόνια. Ο Ζίγκφριντ Κλίνσμαν σηκωνόταν από τις 03:00 για να σταθεί μπροστά στο φούρνο, να ανοίξει το μαγαζί στις 06:30 και να δουλέψει μέχρι και δεκαέξι ώρες μέσα στην ημέρα. Δεν είναι για όλους αυτή η ζωή, έχει καταστροφικές ώρες, ορθοστασία, ειδικές συνθήκες. Δεν σηκώνουν όλοι οι χαρακτήρες το τίμημα.
Ο Ζίγκφριντ Κλίνσμαν ήταν αθλητικός τύπος, ενθουσιώδης ποδηλάτης αλλά τετράγωνος και αγωνιστής. Το τέταρτο παιδί του, τον Γιούργκεν, το αγαπούσε πολύ, ουδέποτε όμως το άφησε να πιστέψει ότι στη ζωή θα τα βρει όλα στρωμένα και εύκολα. Όταν ο μικρός το 1974 άφησε τη συνοικιακή ομάδα της TB Gingen και εντάχθηκε στην ακαδημία νέων της SC Geislinger, ήταν 10 χρόνων και στο μυαλό του είχε ακόμη μονάχα τα παραμύθια και το ποδόσφαιρο.
Ήταν καλός. Και η σωματοδομή και το ταλέντο παρέπεμπαν σε έναν πιτσιρικά στον οποίο πραγματικά άξιζε να επενδύσει μια ποδοσφαιρική ακαδημία. Σκόραρε με χαρακτηριστική ευκολία, η ανάπτυξή του ήταν φίλια στα σπορ, τα μακριά του πόδια ιδανικά για στίβο και ποδόσφαιρο.
Όταν στα 14 του η οικογένεια μετακόμισε από το Τέπινγκεν στη Στουτγκάρδη και ο Ζίγκφριντ άνοιξε το φούρνο, ο Γιούργκεν περνούσε το κατώφλι των φημισμένων Κίκερς. Είχε ενθουσιαστεί πάρα πολύ, αδημονούσε να ξεκινήσει προπονήσεις, να γίνει ποδοσφαιριστής. Αυτό έλεγε στα οικογενειακά τραπέζια, ότι θέλει να γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής.
Ο Ζίγκφριντ τον πήρε παράμερα, του χάιδεψε τα μαλλιά και, απόλυτα ήρεμος και πράος καθώς ήταν, του μήνυσε ότι το καλοκαίρι θέλει να δουλέψει μαζί του, να είναι έτοιμος να πάρει ένα δίπλωμα αρτοποιΐας, να έχει κάπου να βασιστεί, αν κάτι πάει στραβά με το ποδόσφαιρο. Ο μικρός όλο το καλοκαίρι δούλευε στο φούρνο και τα απογεύματα πήγαινε για προπόνηση.
Ο πατέρας τακτικά τηλεφωνούσε και μιλούσε με τους γυμναστές και τους προπονητές του γιου του. Άκουγε μόνο καλά λόγια, μερικές φορές υπέρ το δέον κολακευτικά, σε βαθμό να αναρωτιέται εάν όντως το στερνοπούλι του είναι τόσο ταλαντούχο. Μέχρι που ένα απόγευμα πήγε και τον είδε κρυφά σε ένα παιχνίδι. Ο Γιούργκεν “κέντησε” στο χορτάρι, σκόραρε με ανάποδο ψαλίδι, περνούσε τα άλλα παιδιά σαν αέρας.
Ο Γιούργκεν Κλίνσμαν με τη φανέλα της Στουτγκάρδης σε υποδειγματική εκτέλεση ανάποδου ψαλιδιού.
Ο Ζίγκφριντ πήγε στο βιβλιοπωλείο, αγόρασε ένα σημειωματάριο με ανάγλυφη μια ερυθρελάτη από το Μέλανα Δρυμό στο εξώφυλλο και στην πρώτη λευκή σελίδα έγραψε μια αφιέρωση στο γιο του: «Το να είσαι αθλητής Ολυμπιακού επιπέδου σημαίνει να είσαι συνεπής στην πρόκληση, ταπεινός στη νίκη, ειλικρινής με τον εαυτό σου στην ήττα και, πάνω απ’ όλα, ξεκάθαρος στις πεποιθήσεις σου».
Η χειρονομία άγγιξε αφάνταστα την ψυχή του Γιούργκεν. Το έχει ακόμη εκείνο το σημειωματάριο, για καιρό έγραφε σε αυτό τα επιτεύγματά του, ήταν ένα είδος άτυπου “ημερολογίου καταστρώματος”. Κάθε φορά που έβαζε γκολ, δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι και να σημειώσει την πρόοδό του και μετά να τα διαβάσει στον πατέρα του. Το Σάββατο ήταν η πιο παραγωγική ημέρα για το φούρνο, παραδοσιακά ο Ζίγκφριντ έκανε τις περισσότερες εισπράξεις κι όμως τα απογεύματα έβγαζε την ποδιά, πετούσε το καπέλο και πήγαινε να δει τον Γιούργκεν στο γήπεδο.
«Από τον πατέρα μου κληρονόμησα το πάθος για τον αθλητισμό. Εκείνος μού απέδειξε τη σημασία της θέλησης, του μόχθου. Δούλευε όλη τη νύχτα κι όμως πάλευε με την κούραση κι ερχόταν να με δει. Ήταν αδιανόητο για εμένα να μην δώσω το 100%, να μην προσπαθήσω να είμαι ο καλύτερος».
Ήταν. Από αυτόν ξεκινούσε την ενδεκάδα στους Κίκερς ο θρυλικός Χορστ Μπουτζ, ο μύθος της μεγάλης Τορίνο της δεκαετίας του ’50. Ήταν τόσο εντυπωσιακός ο νεαρός Κλίνσμαν, τόσο πολύ “εκτός πλαισίου” που επιστρατεύτηκε ο Χορστ Άλμαν, προπονητής μεταξύ άλλων της Ολυμπιακής ομάδας Παίδων της Δυτικής Γερμανίας, προκειμένου να μετρηθεί το σπριντ του. Υπό την καθοδήγησή του, ο Γιούργκεν έριξε τους χρόνους εντυπωσιακά, έφτασε εν έτει 1984 να τρέχει τα 100 μέτρα σε 11 δευτερόλεπτα, χρόνος αδιανόητος για ποδοσφαιριστή της εποχής. Απίθανη εκρηκτικότητα, ο νεαρός Γερμανός ήταν ένα πραγματικό ξανθό βέλος.
Ήταν νομοτελειακό να ασχοληθεί μαζί του η μεγάλη ομάδα της πόλης, η Στουτγκάρδη. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση η απόκτησή του. Οι Κίκερς είχαν υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο μαζί του από τα 16, ήταν βέβαιοι ότι έχουν να κάνουν με φλέβα χρυσού, διότι ο μικρός ήταν η επιτομή του αγνού ταλέντου με εξωπραγματική επιτάχυνση και τρομερή ακρίβεια και ψυχρότητα μπροστά στην εστία. Μετά την τρίτη σεζόν στους Κίκερς στην Zweiteliga, με τα 19 γκολ σε 35 συμμετοχές, η Στουτγκάρδη κατάλαβε ότι δεν μπορεί να αποφύγει το κόστος της επένδυσης.
Ο Γιούργκεν Κλίνσμαν ίπταται με τη φανέλα των Κίκερς.
Ο Χρυσός του Ρήνου
Στα 20 του χρόνια, το καλοκαίρι του 1984, ο Γιούργκεν Κλίνσμαν έγινε παίκτης Bundesliga, υπογράφοντας το πρώτο αληθινά προσοδοφόρο συμβόλαιο της ζωής του. Όχι σε οποιαδήποτε ομάδα, στην Πρωταθλήτρια Γερμανίας, στους πολεμιστές του Χέλμουτ Μπέντχαουζ. Είναι φανταστική η περίοδος της παραμονής του στη Στουτγκάρδη, παρότι η ομάδα δεν ξανακέρδισε τίτλο και τα τεσσεράμισι χρόνια της παρουσίας του.
Χαμένοι Τελικοί, οδυνηροί αποκλεισμοί στα Κύπελλα Ευρώπης, αλλά ο Κλίνσμαν ξεχώριζε εκεί στην κορυφή της επίθεσης σαν το πιο φανταχτερό διαμάντι στην κορώνα του βασιλιά. Στη Στουτγκάρδη έγινε διεθνής, εκεί έχτισε το όνομά του σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και θήτευσε στο πλάι τεράστιων μορφών του γερμανικού ποδοσφαίρου. Άικε Ίμελ, Γκίντερ Σέφερ, Γκουίντο Μπούχβαλντ, Φριτς Βάλτερ, Καρλ Αλγκέβερ, Σρέτσκο Κάτανετς, Μαουρίτσιο Γκαουντίνο κι αυτός, ο Γιούργκεν Κλίνσμαν.
Πάνω κάτω η ομάδα με προπονητή τον Άρι Χάαν που έχασε τον Τελικό του UEFA το 1989 από τη Νάπολι του Μαραντόνα, έναν Τελικό που ο Κλίνσμαν δεν έπαιξε ποτέ στα ίσα, όπως ισχυρίζονται οι επικριτές του, γιατί από το χειμώνα είχε συμφωνήσει με την Ίντερ και «πρόσεχε τα πόδια του», όπως έλεγαν τότε. Καθυστέρησε πάρα πολύ εκείνη η μεγάλη μεταγραφή. Όχι επειδή δεν τον ήθελε λυσσασμένα ο Ερνέστο Πελεγκρίνι στο San Siro, αλλά επειδή τον Αύγουστο του 1988 είχε εκτοξευθεί η τιμή του, διότι ένας ευτραφής κροίσος από την Ελλάδα είχε καταθέσει μια αδιανόητη πρόταση στην ομάδα και τον ποδοσφαιριστή για να πραγματοποιήσει μια από τις πιο ηχηρές μεταγραφές στην ιστορία.
Ήταν 13 Αυγούστου του 1988, την αμέσως προηγούμενη ημέρα, η Στουτγκάρδη έχει αντιμετωπίσει τον Ολυμπιακό σε ένα φιλικό τουρνουά στο Καυταντζόγλειο Στάδιο της Θεσσαλονίκης. Ο Κλίνσμαν έχει κάνει (ξανά) απίθανα πράγματα στο γήπεδο. Ο μύθος λέει ότι ο Γιώργος Κοσκωτάς έχει προσφέρει 2.5 δισεκατ. στους Γερμανούς και περισσότερα από 800 εκατ. δραχμές στον Κλίνσμαν για κάθε χρόνο συμβολαίου.
Η Αθήνα βουίζει, στα ποδοσφαιρικά στέκια η είδηση κυκλοφορεί με ταχύτητα φωτός. Ένα σκούρο Mercedes 560 SEC κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα τη Λεωφόρο Συγγρού. Θρυλείται ότι στο πίσω κάθισμα είναι ο Γιούργκεν Κλίσμαν και το αυτοκίνητο τον μεταφέρει απευθείας από τη Θεσσαλονίκη στα γραφεία του Ολυμπιακού για να υπογράψει. Το τηλέφωνο στο αυτοκίνητο του Κοσκωτά χτυπάει ασταμάτητα, το μαντάτο σκάει σαν βόμβα στα αυτιά του: «Η υπόθεση του ελέγχου στην Τράπεζα Κρήτης θα καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια σε κόλαφο. Ο τιτουλάριος Εισαγγελέας επιμένει ότι το πρόβλημα με το χρεωστικό υπόλοιπο των 18.65 δισεκατ. του δανείου από την Τράπεζα της Ελλάδος δεν ανατρέπεται ούτε με νομοθετική ρύθμιση».
Τότε επιβαίνων στο αυτοκίνητο πιστοποιεί ότι το Mercedes έκανε επί τόπου αναστροφή, ο Κοσκωτάς κατέβηκε στα γραφεία της Βουκουρεστίου για να καταστρώσει την αμυντική θωράκισή του και ο οδηγός του αυτοκινήτου απλώς μετέφερε τον εμβρόντητο Κλίνσμαν στο αεροδρόμιο του Ελληνικού με σκοπό να επιστρέψει άμεσα στη Στουτγκάρδη.
Ο Γιούργκεν Κλίνσμαν με τη φανέλα της Στουτγκάρδης.
Δεν έχει μιλήσει ποτέ γι’ αυτή την ιστορία ο Κλίνσμαν, δεν την επιβεβαίωσε, δεν τη διέψευσε ποτέ. Παραμένει ένας από τους αστικούς μύθους εκείνης της τρελής εποχής για τον Ολυμπιακό, το ποδόσφαιρο, την Ελλάδα ολόκληρη.
Γεγονός είναι ότι, περιέργως πώς, χρειάστηκε να έρθει ο χειμώνας για να πραγματοποιήσει ο Κλίνσμαν τη συμφωνία για τη μεγάλη μεταγραφή στο Μιλάνο και την Ίντερ. Είναι 25 χρόνων, τεχνικά ώριμος, τακτικά έτοιμος, ψυχολογικά συνειδητοποιημένος για το μεγάλο άλμα. Από τον Ιανουάριο είχε φροντίσει να τον κλείσει η οικογένεια Πελεγκρίνι, υπό το φόβο της εμπλοκής των Ανιέλι και του αντίπαλου δέους της «Γιούβε» στο στρατοσφαιρικό τότε Ιταλικό Πρωτάθλημα.
Νάπολι με Μαραντόνα, η μεγάλη Μίλαν του Σάκι των «Ιπτάμενων Ολλανδών», η Γιουβέντους του Ανιέλι και η Ίντερ των Γερμανών. Λόταρ Ματέους, Αντρέας Μπρέμε και η ξανθή παντεγάνα, ο Γιούργκεν Κλίνσμαν. Οι τρεις Τεύτονες που έκαναν την Ίντερ του Τραπατόνι ισότιμη διεκδικήτρια του τίτλου, οι τρεις ακρογωνιαίοι λίθοι της Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας Δυτικής Γερμανίας το καλοκαίρι του 1990 στο τουρνουά της Ιταλίας.
Η τριετία στην Ίντερ είναι από τις παραγωγικότερες στην καριέρα του Κλίνσμαν, πολλά γκολ, μια φανταστική κατάκτηση του Κυπέλλου UEFA, οι τρεις σεζόν που τον καθιέρωσαν στους μύθους του ευρωπαϊκού φουτμπόλ. Η πορεία στο ευρωπαϊκό παλκοσένικο μνημονεύεται ακόμη και στις μέρες μας από τους οπαδούς των «Nerazzurri», έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις.
Ο δύσκολος αποκλεισμός της Ραπίντ Βιέννης στον πρώτο γύρο, η επική ανατροπή με την Άστον Βίλα μετά την ήττα με 2-0 στο πρώτο παιχνίδι, ο αποκλεισμός της Παρτιζάν και της Αταλάντα, η δυσκολοκατάβλητη Σπόρτινγκ Λισαβόνας στον ημιτελικό, ο εμφύλιος με τη Ρόμα στους Τελικούς. Από το 1965 είχε να κατακτήσει ευρωπαϊκό τρόπαιο η Ίντερ, ήταν ο μεγάλος καημός για το σύλλογο. Η ομάδα ταξίδεψε στη Ρώμη για να υπερασπιστεί τα γκολ του Ματέους και του Μπέρτι. Με τσακισμένη ψυχολογία, γιατί έχει μόλις μείνει εκτός νυμφώνος για το Scudetto.
Στο κατάμεστο Olimpico λυγίζουν σίδερα, αλλά η Ίντερ αντέχει. Το γκολ του Ριτσιτέλι, ο οποίος αφήνει ό,τι έχει στον αγωνιστικό χώρο, κάνει τα τελευταία εννέα λεπτά έναν πραγματικό εφιάλτη για την Ίντερ. Οι «Nerazzurri» άντεξαν και το “μεγάλο Κύπελλο” έκανε τη βόλτα του στη Madonnina. Στους πανηγυρισμούς καθίσταται σαφές ότι τα αστέρια της ομάδας και ο Τραπατόνι δεν έχουν το παραμικρό σημείο επαφής, άλλωστε ο «Τραπ» έχει ήδη ανακοινώσει ότι αποχωρεί στο τέλος της σεζόν.
Ο Πελεγκρίνι παλεύει να διατηρήσει ισορροπίες πρώτα με τον Έρικσον και μετά καταλήγει στον Κοράντο Ορίκο. Εάν δεν είχε γίνει η συγκεκριμένη αλλαγή, ο Κλίνσμαν πιθανόν να είχε σταματήσει να παίζει ποδόσφαιρο, τόσο φθαρμένος αισθανόταν από τη συνύπαρξη με τον Τραπατόνι. Δεν άφηνε οξυγόνο ο «Τραπ», δεν έδινε χώρο, ελευθερία εκτός δουλειάς, αντιλήψεις παντελώς ξένες με την ιδιοσυγκρασία του Κλίνσμαν.