Οι μεταγραφές της ΑΕΜ Μουταγιάκας (2026/27)
Πως κινήθηκε στο μεταγραφικό παζάρι του καλοκαιριού (2026).




Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός έχουν αρχίσει πολύ καλά την EuroLeague, έστω κι αν για τους «ερυθρόλευκους» υπάρχει ο αστερίσκος της ήττας στην Μπολόνια και για τους «πράσινους» ότι οι τρεις νίκες ήρθαν στο «κάστρο» του και απέναντι σε ομάδες με όχι ιδιαίτερες βλέψεις για τη φετινή διοργάνωση.
Το ταβάνι αμφότερων είναι στον Θεό και δικαιολογημένα, όπως και οι προσδοκίες. Όμως πέρα και πάνω από αποτελέσματα, αυτό που προξενεί εντύπωση στις τρεις πρώτες αγωνιστικές της EuroLeague (και με όποιο περιθώριο… λάθους υπάρχει αφού το δείγμα είναι ακόμη μικρό) είναι πως οι δύο ομάδες έχουν αλλάξει φανερά φέτος τον προσανατολισμό τους.
Ολυμπιακός: Το ταλέντο πλέον πάνω από το σύστημα
Ο Ολυμπιακός είχε διδάξει τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη ένα μπάσκετ όπου το σύνολο υπερέβαινε τις μονάδες. Είτε από ανάγκη, καθώς στο ρόστερ δεν υπήρχε τόσο ταλέντο όσο φέτος, είτε από επιλογή, ο Γιώργος Μπαρτζώκας βασιζόταν σε μια συγκεκριμένη φιλοσοφία που παρήγαγε όμορφο ομαδικό μπάσκετ, αλλά εκ του αποτελέσματος ενίοτε χώλαινε σε οριακά παιχνίδια, όπως αυτά του Final 4.

Για να το θέσουμε και με αριθμούς, ο Ολυμπιακός του Bartzokas Ball ήταν την τελευταία τετραετία η ομάδα που είχε την πρώτη θέση σε όλη την EuroLeague σε καλάθια που προέρχονται από ασίστ. Χοντρικά, περίπου το 70% του σκορ της ομάδας ήταν απόρροια δημιουργίας και ομαδικής λειτουργίας και όχι προσωπικών προσπαθειών.
Φέτος όμως το πράγμα έχει αλλάξει. Έστω κι αν το δείγμα, επαναλαμβάνουμε, είναι μικρό και όχι απόλυτα ασφαλές, ο Ολυμπιακός έχει δώσει πολύ περισσότερο χώρο στο ατομικό ταλέντο παρά στην ομαδική λειτουργία, όπως μαρτυρούν και οι αριθμοί. Από το 68,7% πέρσι και το 70,5% πρόπερσι των πόντων του από ασίστ, έχει υποχωρήσει ήδη πολύ, φέτος έχει υποχωρήσει αισθητά, στο 57,5% έχοντας την 17η επίδοση μεταξύ των 20 ομάδων της λίγκας! Ακόμη και στο ελληνικό Super Cup το ποσοστό ήταν αρκετά πεσμένο, 62,3%.
Η πορεία θα δείξει αν πρόκειται για ξεκάθαρο νέο προσανατολισμό ή μια συνθήκη αναπόφευκτη από τη στιγμή που άλλαξε ο «εγκέφαλος» της ομάδας με την προσθήκη δύο νέων πλέι μέικερ και την αποχώρηση του επί πενταετίας βασικού Γουόκαπ που πρέσβευε και υπηρετούσε πιστά τη φιλοσοφία Μπαρτζώκα. Αν πάντως πρόκειται για προπονητική επιλογή, είναι απόλυτα λογική.
Ο Ολυμπιακός και να ήθελε δεν θα μπορούσε τα προηγούμενα χρόνια να υπηρετήσει πετυχημένα ένα μπάσκετ που θα έδινε τόση ελευθερία στους χειριστές του με παίκτες όπως ο Τεξανός, ο Νιλικίνα ή ο Μόρις. Αντίθετα, θα ήταν ανόητο να επενδύσει τόσα χρήματα σε Μοντέρο (κυρίως) και ΜακΙντάιρ και να τους… ευνουχίσει μετατρέποντάς τους σε «στρατιωτάκια» του συστήματος, χωρίς το ελεύθερο να εκφράσουν στο παρκέ το πλούσιο ταλέντο τους σε δημιουργία και εκτέλεση.

Ο Γιώργος Μπαρτζώκας αποδείχτηκε πως δεν είναι δογματικός, ούτε καν με τη δική του φιλοσοφία. Διαπιστώνοντας ειδικά πέρσι, κυρίως δια χειρός Φουρνιέ, πως πέρα από την αξία μιας καλής ομαδικής λειτουργίας, το ατομικό ταλέντο στις αποφάσεις/εκτελέσεις είναι αυτό κερδίζει μεγάλα παιχνίδια και τίτλους, έβαλε πολύ νερό στο κρασί του. Κι έχοντας την πολυτέλεια να διαθέτει παίκτες που μπορούν να λειτουργήσουν άριστα και εκτός συστήματος όπως ο Μοντέρο, ο Φουρνιέ, ο Ντόρσεϊ (και όχι μόνον) παρουσιάζει ένα νέο μπάσκετ. Επιθετικά δικαιώνεται απόλυτα ως τώρα, καθώς ο Ολυμπιακός έχει με 126,8 πόντους ανά 100 κατοχές την τρίτη καλύτερη παραγωγή, παρότι έχει παίξει όλα του τα ματς εκτός έδρας.
Αυτό στο οποίο, πάντως, ο κόουτς δεν θέλει να κάνει εκπτώσεις και γι’ αυτό απαιτεί άμεση βελτίωση είναι το αμυντικό κομμάτι. Ο Ολυμπιακός που καυχιόταν πέρσι για τη δεύτερη καλύτερη άμυνα της EuroLeague με 112,4 πόντους παθητικό ανά 100 κατοχές (οριακά πίσω από τη Φενέρ που είχε 111,9), έχει υποχωρήσει φέτος στην 13η θέση και στους 120 (!), ενώ ακόμη πιο προβληματικό είναι το κομμάτι των ριμπάουντ: την περασμένη σεζόν οι «ερυθρόλευκοι» μάζευαν το 70,7% των διαθέσιμων αμυντικών ριμπάουντ (πίσω μόνο από τη Ρεάλ), ενώ φέτος είναι τελευταίος (!) και με διαφορά, με μόλις 58,5%. Ασφαλώς η κόπωση από τα σερί εκτός έδρας ματς και η απουσία Μιλουτίνοφ είναι σοβαρά ελαφρυντικά, αλλά δεν δικαιολογούν τέτοια καθίζηση σε κομβικούς αμυντικούς δείκτες.
Παναθηναϊκός: Αμυντική μηχανή με υπογραφή «Ζοτς»
Ο κύριος (αλλά όχι ο μοναδικός) λόγος που ο Παναθηναϊκός απέτυχε την περασμένη σεζόν ήταν η κάκιστη άμυνά του. Μόλις δέκατος ήταν σε παθητικό ανά 100 κατοχές στην EuroLeague με 116,7, παρουσιάζοντας τεράστια προβλήματα που πήγαζαν από την κακή του στελέχωση και γιγαντώνονταν από την πενιχρή δουλειά σε αυτό το κομμάτι στις προπονήσεις. Φέτος το έργο έχει αλλάξει ολοκληρωτικά με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς.

Μολονότι το δείγμα δεν είναι ασφαλές, μολονότι οι αντίπαλοι ως τώρα δεν ήταν τίποτα μεγαθήρια και μολονότι ο Παναθηναϊκός έχει δώσει όλα του τα ματς στο Telekom Center που ενίοτε λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης, η ομάδα έχει αλλάξει «δέρμα» αμυντικά. Οι αριθμοί, που στο μπάσκετ σχεδόν πάντα λένε την αλήθεια, είναι εντυπωσιακοί: οι «πράσινοι» έχουν το εξωπραγματικό παθητικό 97,8 πόντων ανά 100 κατοχές, πρώτο σε όλη την EuroLeague.
Παράλληλα, η ομάδα του «Ζοτς» αρπάζει από τον… λαιμό τους αντιπάλους της από το πρώτο λεπτό: είναι χαρακτηριστικό πως στις πρώτες περιόδους των αγώνων του το συνολικό σκορ είναι 81-40, ενώ στα πρώτα ημίχρονα το αντίστοιχο σκορ είναι 141-89! Ο Παναθηναϊκός ορίζει το τέμπο των αγώνων, «στραγγαλίζει» τους αντιπάλους του και μέσω της άμυνας παράγει επίθεση καμουφλάροντας τις ανορθογραφίες που είναι λογικό να υπάρχουν ακόμη στην επίθεση, ειδικά ελλείψει παικτών όπως ο Σλούκας και ο Ναν που δεν έχουν ακόμη επανέλθει ή ο Χέιζ-Ντέιβις και ο Ρογκαβόπουλος που έχουν παίξει στο 1/3 των ως τώρα αγώνων.

Η επίθεση, παρά την απουσία παικτών δεδομένης κλάσης, βελτιώνεται όχι ανάλογα εντυπωσιακά με την άμυνα, αλλά αργά και σταθερά. Μπορεί οι 128,6 πόντοι ανά 100 κατοχές, δεύτερη επίθεση στην Ευρωλίγκα, να μην λέει όλη την αλήθεια, ωστόσο το γεγονός ότι ο Παναθηναϊκός παίρνει φέτος το 63,6% των πόντων του από ομαδική δημιουργία έναντι μόλις 58,9% πέρσι, δείχνει μια σαφή κατεύθυνση σε ένα συντεταγμένο μπάσκετ, με πλάνο, ομαδικότητα και στόχευση, μακριά από το αδιάκοπο ένας εναντίον ενός που ήταν σχεδόν κανόνας πέρσι.
Ασφαλώς οι «πράσινοι» θα δοκιμαστούν προσεχώς σε πολύ δυσκολότερες συνθήκες. Η επόμενη τριάδα αγώνων ανεβάζει τον πήχη, καθώς θα τους φέρει αντιμέτωπους με τις επίσης αήττητες Φενέρ στην Αθήνα και Παρτίζαν στο Βελιγράδι, όπως και κόντρα στην ισχυρή Χάποελ Τελ Αβίβ στο T-Center. Θα είναι τρία δυνατά stress tests που θα επιτρέψουν να εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα. Ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, πάντως, είναι πασιφανές πως οι βάσεις έχουν μπει και αυτές είναι γερές και άκρως μπασκετικές.
Πηγή: sport-fm.gr
Ακολουθήστε το Themasports.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις