«Ήμουν στην Βραζιλία, στην ομάδα Ρέμο. Την ανεβάσαμε από την β' στην α' κατηγορία. Ήμουν έτοιμος να σταματήσω τη μπάλα και με πήρε τηλέφωνο ο Μαντούκα και του είπα να πάμε, άξιζε οικονομικά όμως ήθελα να πάω τρεις μήνες να ζήσω την εμπειρία. Αποδείχθηκε τρομερή επιλογή. Ανέβηκε η ομάδα, πήρα καλύτερο συμβόλαιο, όμως κουράστηκα, ήμουν μόνος μου. Άλλαξαν προπονητές, ήρθαν 25 ποδοσφαιριστές. Όταν έφυγα είπα τώρα θα σταματήσω ή να πάω να παίξω μαζί με τον Μανωλά στην Νάξο. Χτυπά το τηλέφωνο και τελικά υπέγραψα στην Καρμιώτισσα.
Όταν πήγα στη Βραζιλία έπαθα πολιτισμικό σοκ. Φτώχεια, εγκληματικότητα, ήμουν κοντά στον Αμαζόνιο, δύο ώρες από το Ρίο. Μόλις έφτασα είδα ανθρώπους να κοιμούνται στους δρόμους.Μετά είδα την ποδοσφαιρική αγάπη που έχουν, τον φανατισμό, βρήκα το κίνητρο για το ποδόσφαιρο. Είχαμε δύο γήπεδα, ένα γήπεδο 20 χιλιάδων θέσεων που έλεγαν ότι είναι καμίνι και ένα 60 χιλιάδων και τα γέμιζαν.
Είδα δύο σκηνικά μπροστά στα μάτια μου, πήγα ένα μεσημέρι για φαγητό και είδα δύο τύπους να βγαίνουν έξω με δύο όπλα, αυτά που βλέπεις σε ταινία. Οι αστυνομικοί έβλεπαν το σκηνικό και γύρισαν το κεφάλι να βλέπουν αλλού, δεν τους νοιάζει. Όταν το είδα αυτό έφυγα, επέστρεψα πίσω στο σπίτι και κλειδαμπαρώθηκα».
Είκοσι χρόνια μετά το ιστορικό 3-1 της Γαλλίας επί της Ισπανίας, με τον Ζινεντίν Ζιντάν να υπογράφει μία από τις τελευταίες μεγάλες παραστάσεις της καριέρας του, οι δύο ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις συναντιούνται ξανά σε ημιτελικό Μουντιάλ, με τη «Ρόχα» να αναζητά τη δική της ποδοσφαιρική εκδίκηση.