Aυτά... έκανε ο Τιμούρ
Ο Τιμούρ Κετσπάγια κλήθηκε να... αναγεννήσει την Ανόρθωση, όμως η τρίτη του θητεία ολοκληρώθηκε άδοξα.




Ένα μοντέλο συλλογικής συμμετοχής που επιχειρεί να παντρέψει τη δημοκρατική συμμετοχή με τη λειτουργική αποτελεσματικότητα. Είναι ένα μοντέλο διοίκησης μοναδικό στην Ευρώπη, ρομαντικό για κάποιους, ίσως παρωχημένο για άλλους. Αλλά την ίδια στιγμή, μια υπενθύμιση ότι το ποδόσφαιρο μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως μια ιδέα.
Στα ισπανικά, socio σημαίνει «μέλος». Στο ποδόσφαιρο όμως, η λέξη αποκτά άλλο βάρος. Οι socios είναι ουσιαστικά η ραχοκοκαλιά των συλλόγων, πάνω στην οποία λειτουργούν ιστορικοί σύλλογοι όπως η Μπαρτσελόνα, η Ρεάλ Μαδρίτης, η Αθλέτικ Μπιλμπάο και η Οσασούνα. Οι ίδιοι οι φίλαθλοι και όχι επενδυτές ή μέτοχοι, συμμετέχουν ενεργά στη λήψη αποφάσεων, εκλέγουν προέδρους και εγκρίνουν στρατηγικές αποφάσεις. Η Μπαρτσελόνα, για παράδειγμα, αριθμεί πάνω από 140.000 socios οι οποίοι εκλέγουν τον πρόεδρο της ομάδας, με διαδικασίες που θυμίζουν πολιτική εκστρατεία.
Οι ομάδες αυτές δεν είναι απλώς αθλητικά σωματεία, αλλά θεσμοί με βαθιές ρίζες στις τοπικές κοινωνίες. Η λειτουργία των συλλόγων αυτών αποτελεί πολιτισμικό πυλώνα που εκπροσωπεί τη πόλη και τη τοπική κουλτούρα. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι σύλλογοι ανήκουν στα μέλη τους δημιουργεί μια ισχυρή σύνδεση στη μεταξύ τους σχέση, πολύ πιο ισχυρή από ό,τι σε άλλους συλλόγους που ανήκουν σε ιδιώτες.
Το μοντέλο των socios (μελών) στην Ισπανία δεν είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο, αλλά μια πρακτική που έχει τις ρίζες της στις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν ξεκίνησε από έναν μόνο άνθρωπο, αλλά ήταν αποτέλεσμα της φυσικής εξέλιξης των αθλητικών συλλόγων εκείνης της εποχής, οι οποίοι οργανώνονταν ως μη κερδοσκοπικές ενώσεις μελών. Οι πρώτοι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι της χώρας ιδρύθηκαν από κοινότητες φιλάθλων και αθλητών, και οργανώθηκαν ως μη κερδοσκοπικά αθλητικά σωματεία, όπου η λήψη αποφάσεων γινόταν από τα μέλη. Η Μπαρτσελόνα, ιδρυθείσα το 1899 από τον Joan Gamper, υπήρξε καθοριστική για την εδραίωση του μοντέλου socios. Ο Gamper, πιστός στην ιδέα του συλλογικού αθλητισμού, οραματίστηκε έναν σύλλογο που θα ανήκει στους φιλάθλους του.
Το βασικό πλεονέκτημα του μοντέλου socios είναι η σχέση εμπιστοσύνης που καλλιεργείται ανάμεσα σε σύλλογο και κοινό. Ο σύλλογος δεν ανήκει σε έναν ιδιοκτήτη που αύριο μπορεί να βαρεθεί, να πουλήσει ή να μεταφέρει την ομάδα σε άλλη πόλη. Ανήκει στα μέλη του. Η ταυτότητα του συλλόγου, η ιστορία, οι αρχές, όλα περνούν – θεωρητικά τουλάχιστον – μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες.
Αυτό δημιουργεί μια διαρκή λογοδοσία: ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα ή της Ρεάλ δεν είναι αφεντικό. Είναι εκλεγμένος. Αν οι αποφάσεις του δεν ικανοποιούν, μπορεί να αποπεμφθεί στις επόμενες εκλογές. Σε έναν χώρο που κυριαρχείται από “αόρατους” επενδυτές, αυτό το επίπεδο διαφάνειας και συμμετοχής μοιάζει σχεδόν επαναστατικό.
Και φυσικά, υπάρχει και το συναισθηματικό: ο socio νιώθει πραγματικά κομμάτι του συλλόγου. Όχι θεατής, όχι πελάτης. Συμμέτοχος.
Ωστόσο, η δημοκρατία έχει κόστος. Η απουσία εξωτερικού επενδυτή καθιστά δύσκολη τη χρηματοδότηση. Επίσης, η διοίκηση συχνά χρειάζεται να εξηγήσει τις αποφάσεις της σε χιλιάδες μέλη, να τηρεί καταστατικά, να αποφεύγει ρίσκα που ένας ιδιώτης επενδυτής θα έπαιρνε άνετα. Κι αυτό, σε έναν κόσμο που το ποδόσφαιρο είναι αγώνας επιβίωσης με φόντο εκατομμύρια ευρώ, μπορεί να αποβεί μοιραίο.
Επιπλέον, υπάρχει και η πολιτική διάσταση. Όταν μια ομάδα εξαρτάται από εκλογικές διαδικασίες και όχι από μακροχρόνιες στρατηγικές, είναι εύκολο να θυσιαστεί η ουσία στον βωμό της εντυπωσιακής υπόσχεσης.
Η Μπαρτσελόνα, τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη δυσκολία του μοντέλου των socios να εξασφαλίσει οικονομική σταθερότητα και βιωσιμότητα για τον σύλλογο. Παρά τη δημοκρατική του διάσταση, το σύστημα αποδεικνύεται ευάλωτο σε κακή διαχείριση, πολιτικά συμφέροντα και οικονομικές αδυναμίες που δεν μπορούν πάντα να διορθωθούν μέσω δημοκρατικών διαδικασιών. Αυτή η δημοκρατική δομή θεωρητικά διασφαλίζει μεγαλύτερη διαφάνεια, λογοδοσία και σύνδεση με τη βάση των φιλάθλων.
Ωστόσο, η πολυπλοκότητα και το μέγεθος ενός σύγχρονου ποδοσφαιρικού οργανισμού, σε συνδυασμό με τον έντονο οικονομικό ανταγωνισμό, έχουν οδηγήσει ακόμη και αυτό το μοντέλο σε πρακτικές που παραπέμπουν περισσότερο σε ιδιωτικοοικονομική διαχείριση, όπως η πώληση μελλοντικών εσόδων και οι υψηλού ρίσκου οικονομικές κινήσεις. Έτσι, η Μπαρτσελόνα λειτουργεί σήμερα σε ένα παράδοξο: είναι μεν ένας “λαϊκός σύλλογος”, αλλά με λειτουργίες και πιέσεις που μοιάζουν όλο και περισσότερο με εκείνες μιας ιδιωτικής επιχείρησης.
Στην Αγγλία, η Premier League είναι ίσως το πιο τρανταχτό παράδειγμα εμπορευματοποίησης. Οι περισσότερες ομάδες ανήκουν σε επιχειρηματίες, fund ή ακόμα και κρατικά επενδυτικά σχήματα, όπως η Μάντσεστερ Σίτι (ΗΑΕ) και η Νιούκαστλ (Σαουδική Αραβία). Οι φίλαθλοι είναι καταναλωτές. Έχουν φωνή, αλλά όχι ψήφο.
Στη Γερμανία, υπάρχει ο κανόνας 50+1, όπου οι σύλλογοι πρέπει να διατηρούν την πλειοψηφία της ψήφου (51%) στους ίδιους, ενώ οι επενδυτές μπορούν να έχουν μειοψηφικό πακέτο. Είναι ένας ενδιάμεσος δρόμος – προστασία της κουλτούρας με περιορισμένη είσοδο κεφαλαίων.
Σε Ιταλία και Γαλλία, το μοντέλο είναι καθαρά επιχειρηματικό. Η Παρί ανήκει σε κρατικό fund του Κατάρ, ενώ πολλές ιταλικές ομάδες έχουν αλλάξει χέρια Αμερικανών επενδυτών τα τελευταία χρόνια.
Κανένα μοντέλο δεν είναι απόλυτα σωστό ή λάθος. Αδιαμφισβήτητα όμως το ισπανικό, με τους socios, παραμένει το πιο συλλογικό.
Στην Ελλάδα, παρόλο που δεν υπάρχει θεσμοθετημένο σύστημα socios, έχουν υπάρξει μερικές απόπειρες που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Η πιο χαρακτηριστική είναι η «Παναθηναϊκή Συμμαχία» (2012), μια προσπάθεια συλλογικής οικονομικής στήριξης και συμμετοχής των φιλάθλων στη διοίκηση της ΠΑΕ Παναθηναϊκός. Αν και η προσπάθεια δεν απέδωσε μακροπρόθεσμα, ανέδειξε την ανάγκη για νέες μορφές σχέσης μεταξύ φιλάθλων και ομάδων. Ωστόσο, η ιδέα να έχουν οι φίλαθλοι ουσιαστικό έλεγχο στις ομάδες τους μοιάζει σχεδόν ουτοπική στη χώρα μας.
Αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τις ΠΑΕ περισσότερο ως “φέουδα” ιδιοκτητών παρά ως κοινωνικούς οργανισμούς με συλλογική βάση. Mια αντίληψη που αντανακλά την ευρύτερη κοινωνική και πολιτική κατάσταση της χώρας, όπου η έννοια της συμμετοχικότητας παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανενεργή ή υποβαθμισμένη. Η τάση αυτή, που αγγίζει κάθε πτυχή της κοινωνίας, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει και το ποδόσφαιρο, με τις ΠΑΕ να λειτουργούν κυρίως ως ιδιωτικές επιχειρήσεις και όχι ως συλλογικοί οργανισμοί. Η ελληνική πραγματικότητα στο ποδόσφαιρο, αφήνει ελάχιστο χώρο για μοντέλα δημοκρατικής διοίκησης τύπου socios, καθώς η κυριαρχία των εμπορικών συμφερόντων και η απουσία συλλογικών θεσμών ενισχύουν ένα σύστημα όπου η φωνή των φιλάθλων σπάνια λαμβάνεται υπόψη.
Δεν είναι ρητορικό το ερώτημα. Το ποδόσφαιρο σήμερα αντικατοπτρίζει έναν κόσμο καθοδηγούμενο από ισχύ και χρήμα. Το μοντέλο των socios, με όλες του τις αδυναμίες, κρατά ζωντανή την ελπίδα πως το άθλημα μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια επιχείρηση — μπορεί να είναι κοινότητα, μνήμη, ταυτότητα.
cult24.gr
Ακολουθήστε το Themasports.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις