Η Χριστιάνα Τσιοπανή έχασε πέντε μέλη της οικογένειάς της, τον θείο της, αδελφό της μητέρας της, Κυριάκο (Κολοκάση) Κυπριανού, 48 ετών, τη θεία της Αναστασία, 43 ετών, και τα τρία παιδιά τους, Στέλλα 14 ετών, Χρίστια 12 και Χριστόδουλο 6 ετών. Η πενταμελής οικογένεια από το Δάλι ταξίδευε για διακοπές στο Πόρτο Χέλι μέσω Αθήνας.
Ο θείος, η θεία και τα τρία ξαδέλφια της έμεναν δίπλα από το σπίτι της οικογένειάς της. «Μεγαλώσαμε μαζί, ήταν σαν δεύτεροι γονείς μας και τα παιδιά σαν αδέλφια μας», αναφέρει.
Η Ραφαέλλα Σάββα, η οποία τότε ήταν περίπου 12 ετών, έχασε τον παππού και τη γιαγιά της, Κλεόπα Νικολάου, 66 ετών, και Γιαννούλα Νεοφύτου, 55 ετών, από την Κοκκινοτριμιθιά. Οι δύο ταξίδευαν με τελικό προορισμό την Πράγα για τις καλοκαιρινές τους διακοπές.
«Μέσα σε μια στιγμή χάσαμε δύο ανθρώπους που ήταν μέρος της ζωής μας», λέει.
Στο Boeing 737 επέβαιναν 115 επιβάτες και εξαμελές πλήρωμα. Η κ. Τσιοπανή θυμάται έντονα τη στιγμή που είδαν στην τηλεόραση την είδηση ότι υπήρχε «ακυβέρνητο αεροπλάνο» της «Ήλιος».
«Αμέσως μας έπιασε η ανησυχία και αρχίσαμε να παίρνουμε τηλέφωνο στα κινητά τους. Χτυπούσαν αλλά δεν απαντούσαν», αναφέρει στο ΚΥΠΕ.
Την ίδια αγωνία θυμάται και η Ραφαέλλα Σάββα. «Στην αρχή υπήρχε κυρίως η αγωνία και η αναμονή για να μάθουμε αν πράγματι ήταν αυτή η πτήση στην οποία βρίσκονταν ο παππούς και η γιαγιά μου», αναφέρει. Η οικογένειά της είχε συγκεντρωθεί στο σπίτι και παρακολουθούσε συνεχώς τις ειδήσεις, περιμένοντας να δημοσιοποιηθούν τα ονόματα των επιβατών.
Στις 10:15, το αεροσκάφος εισήλθε στο FIR Αθηνών χωρίς επικοινωνία με τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας. Στις 11:05 απογειώθηκαν από τη Νέα Αγχίαλο δύο μαχητικά F-16, τα οποία απέκτησαν οπτική επαφή με το Boeing στις 11:18. Διαπιστώθηκε ότι ο συγκυβερνήτης βρισκόταν αναίσθητος, ο κυβερνήτης δεν ήταν στη θέση του, ενώ στην καμπίνα είχαν ενεργοποιηθεί οι μάσκες οξυγόνου.
Το αεροσκάφος συνέχιζε την πορεία του με τον αυτόματο πιλότο. Ο αεροσυνοδός Ανδρέας Προδρόμου, ο οποίος διατήρησε τις αισθήσεις του περισσότερο, επιχείρησε αργότερα να πάρει τον έλεγχο του αεροσκάφους.
Καθώς το αεροσκάφος συνέχιζε την πορεία του, στην Κύπρο οι οικογένειες περίμεναν απαντήσεις.
Μετά την εξάντληση των καυσίμων, οι κινητήρες έπαψαν να λειτουργούν και στις 12:04 το αεροσκάφος συνετρίβη στην περιοχή του Γραμματικού Αττικής, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους και οι 121 επιβαίνοντες.
Όταν έγινε γνωστή η συντριβή, η κ. Τσιοπανή και ο αδελφός της έσπευσαν στο αεροδρόμιο αναζητώντας ενημέρωση για τους συγγενείς τους.
«Εκεί έφθασαν και οι άλλοι συγγενείς, ζητώντας να μάθουν τι απέγιναν οι αγαπημένοι τους. Ήταν τραγική η κατάσταση, με πολλούς γονείς να ζητούν ενημέρωση και να φωνάζουν για τα παιδιά τους», λέει.
Για την οικογένεια της κ. Σάββα, η επιβεβαίωση ήρθε επίσης μέσα από την αναμονή των πρώτων ωρών. «Όταν τελικά επιβεβαιώθηκε ότι ήταν μέσα στην πτήση, ήταν ένα τεράστιο σοκ για όλη την οικογένεια και τους συγγενείς μας», αναφέρει.
Ακολούθησε και για τις δύο οικογένειες η δύσκολη διαδικασία της αναγνώρισης και της ταυτοποίησης.
Η μητέρα της κ. Τσιοπανή, ο αδελφός της και άλλος θείος της μετέβησαν στην Ελλάδα. «Εκεί αντίκρισαν τις πιο σκληρές εικόνες», λέει, σημειώνοντας ότι οι σοροί βρίσκονταν σε μη αναγνωρίσιμη κατάσταση και ότι ακολούθησε η διαδικασία ταυτοποίησης μέσω DNA. Η ταυτοποίηση του θείου της καθυστέρησε και, όπως θυμάται, η οικογένεια ανέμενε ώστε να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η κηδεία.
Η κ. Σάββα θυμάται επίσης έντονα εκείνη την περίοδο. «Εγώ τότε ήμουν περίπου 12 ετών και, παρόλο που δεν μπορούσα να καταλάβω πλήρως όλα όσα συνέβαιναν, θυμάμαι πολύ έντονα την αγωνία, τη στεναχώρια και το σοκ που υπήρχε μέσα στην οικογένεια», αναφέρει. Η ξαφνική απώλεια είναι εκείνο που έχει μείνει πιο έντονα στη μνήμη της από εκείνη την περίοδο.
«Άλλαξε η ζωή μας. Μας άφησε μια πληγή που δεν κλείνει», λέει η κ. Τσιοπανή.
Στη μνήμη της παραμένουν έντονα οι εικόνες των πρώτων ημερών και οι κηδείες. «Ο πόνος ήταν τόσο βαρύς που ράγιζαν και οι πέτρες», λέει. Αναφέρεται ιδιαίτερα στη γιαγιά τους, η οποία, παρά την απώλεια του γιου της και της οικογένειάς του, «είχε βαθιά πίστη στον Θεό και μας στήριξε και μας κράτησε να αντέξουμε».
Η ελληνική Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων δημοσίευσε το πόρισμά της τον Οκτώβριο του 2006, καταγράφοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο επιλογέας του συστήματος συμπίεσης είχε παραμείνει στη χειροκίνητη θέση και ότι το πλήρωμα δεν αναγνώρισε εγκαίρως τις σχετικές προειδοποιήσεις.
Ο Ακριβός Τσολάκης, ο οποίος ως Πρόεδρος της Επιτροπής ηγήθηκε της διερεύνησης, είχε δηλώσει στο ΚΥΠΕ το 2022 ότι η αλυσίδα των γεγονότων οδήγησε σε υποξία και ανικανότητα του πληρώματος και, τελικά, στην εξάντληση των καυσίμων.
Η κ. Τσιοπανή θεωρεί ότι το δυστύχημα «δεν ήταν τυχαίο γεγονός», αλλά αποτέλεσμα «μιας σειράς παραλείψεων», τις οποίες συνδέει με ευθύνες της Πολιτείας και ανεπάρκειες της εταιρείας.
Εκφράζει παράπονο για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή της, η κυπριακή κατηγορούσα αρχή χειρίστηκε και παρουσίασε τη δικαστική υπόθεση. Υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες είχαν διατυπωθεί λανθασμένα, ότι η υπόθεση επικεντρώθηκε κυρίως στο κατά πόσο η Helios είχε προσλάβει ακατάλληλους πιλότους και ότι δεν καλύφθηκαν όλα τα ζητήματα που είχαν αναδειχθεί από την έρευνα.
Κατά την ίδια, δεν αξιοποιήθηκε σωστά το πόρισμα Καλλή, το οποίο, όπως αναφέρει, έκανε λόγο για σοβαρότερες παραλείψεις της Helios και προβλήματα στην Πολιτική Αεροπορία της Κύπρου.
Υποστηρίζει επίσης ότι η υπόθεση παρουσιάστηκε «τόσο αδύναμη» από την Πολιτεία, ώστε ήταν πολύ δύσκολο να υπάρξουν καταδίκες, και ότι «δεν αποδόθηκε ευθύνη σε κανέναν για τον θάνατο των 121 ανθρώπων».
Η κ. Τσιοπανή αναφέρει ακόμη ότι υπήρχαν άνθρωποι που γνώριζαν προβλήματα στην εταιρεία αλλά, όπως υποστηρίζει, δεν μίλησαν από φόβο για επαγγελματικές συνέπειες. Σημειώνει επίσης ότι υπήρχαν προβλήματα λειτουργίας και εποπτείας στην εταιρεία τα οποία, κατά την άποψή της, παραβλέφθηκαν και ότι «δεν ήταν μόνο λάθη του πληρώματος».
Η ίδια αναφέρεται επίσης σε πληροφορίες που, όπως λέει, υπήρχαν τότε για διευκολύνσεις στη διαδικασία αδειοδότησης του αεροσκάφους.
Εκφράζει παράλληλα την ελπίδα να έχει αλλάξει, όπως λέει, η κουλτούρα που υπήρχε τότε στην Κύπρο σε σχέση με τον χειρισμό και την απόδοση ευθυνών, ιδιαίτερα σε ζητήματα ασφάλειας που μπορεί να στοιχίσουν ανθρώπινες ζωές.
Στην Κύπρο πέντε στελέχη της εταιρείας παραπέμφθηκαν σε δίκη. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε με απαλλαγή των κατηγορουμένων και ακολούθως η Γενική Εισαγγελία ανέστειλε τη δίωξη. Στην Ελλάδα τέσσερα στελέχη της εταιρείας καταδικάστηκαν.
Η κ. Σάββα θεωρεί ότι έχουν δοθεί απαντήσεις για το τι συνέβη, όχι όμως και η δικαιοσύνη που ανέμεναν οι οικογένειες.
«Μετά από 21 χρόνια, εξακολουθώ να πιστεύω ότι κάποια πράγματα θα μπορούσαν να είχαν γίνει διαφορετικά», λέει.
Εκφράζει επίσης την άποψη ότι οι οικογένειες θα έπρεπε να είχαν τύχει μεγαλύτερης στήριξης και πληρέστερης ενημέρωσης και, κυρίως, να είχε αποδοθεί πραγματική δικαιοσύνη.
Για την ίδια, παραμένουν ακόμη συναισθήματα, αλλά και ερωτήματα που δεν έχουν κλείσει ποτέ εντελώς. «Ο χρόνος βοηθά, αλλά δεν διαγράφει μια τέτοια απώλεια», αναφέρει.
Θέλει, πάντως, να πιστεύει ότι αντλήθηκαν τα απαραίτητα διδάγματα. «Το σημαντικό είναι τέτοιες τραγωδίες να οδηγούν σε αλλαγές και σε μεγαλύτερη ασφάλεια, ώστε να μην επαναληφθούν λάθη που μπορούν να στοιχίσουν ανθρώπινες ζωές», σημειώνει.
Για την κ. Τσιοπανή, από τις πιο τραγικές συνέπειες του δυστυχήματος ήταν ότι μικρά παιδιά έχασαν τους γονείς τους και γονείς τα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Είκοσι ένα χρόνια μετά, εκείνο που παραμένει και για τις δύο οικογένειες είναι η μνήμη των ανθρώπων που χάθηκαν.
«Για εμάς, οι δικοί μας άνθρωποι συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στις αναμνήσεις μας», λέει η Ραφαέλλα Σάββα, προσθέτοντας ότι το μήνυμα που θα ήθελε να μείνει είναι «ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η ασφάλεια πρέπει να αποτελούν πάντοτε προτεραιότητα».
Για τη Χριστιάνα Τσιοπανή, οι μνήμες επιστρέφουν στις σημαντικές οικογενειακές στιγμές. «Η πληγή αυτή έμεινε χαραγμένη στη ζωή μας. Ο χρόνος δεν σβήνει τις πληγές. Η απουσία τους είναι πάντα εκεί, ακόμα και σε κάθε χαμόγελο και σε κάθε χαρά», αναφέρει.
Από την τελευταία ημέρα πριν από το δυστύχημα, η κ. Τσιοπανή θυμάται ακόμη έντονα τα τρία ξαδέλφια της που χάθηκαν μαζί με τους γονείς τους: «τις φωνές τους, τα γέλια τους, τις τελευταίες αγκαλιές».
«Όσα χρόνια και να περάσουν, στο μυαλό μας είναι ότι πήγαν ένα μακρινό ταξίδι και ελπίζουμε ο Θεός να μας αξιώσει να ξανασυναντηθούμε», καταλήγει.
Πηγή: ΚΥ.Π.Ε.