Συγκεκριμένα, σε ερώτηση που του έγινε για το αν ισχύουν οι φήμες που τον θέλουν να υπογράφει συμβόλαιο στους πρωταθλητές, απάντησε: «Δεν γνωρίζω ακόμη. Θα δείξει. Δεν υπάρχει λόγος να βιαζόμαστε»...
Παραθέτουμε αποσπάσματα της συνέντευξης που παραχώρησε στον δημοσιογράφο Ανδρέα Κάτσιη:
- Πώς ήταν για ένα παιδί δεκαπέντε χρονών να βρίσκεται από τη Σωτήρα, στα γήπεδα της Juventus;
«Ήταν ένα όνειρο! Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω. Οι εγκαταστάσεις, τα προπονητικά, ο επαγγελματισμός, τα πάντα. Θυμάμαι πως στα δοκιμαστικά μπήκα στο γήπεδο, έβαλα δύο γκολ και πριν τελειώσει το πρώτο ημίχρονο, με έβγαλαν αλλαγή. Αμέσως πήρα τον μάνατζέρ μου και του είπα ότι επιστρέφουμε Κύπρο. Ήμουν σίγουρος ότι δεν με ήθελαν. Με άκουσε και άρχισε να γελά. Μου είπε ότι είχαν ήδη ετοιμάσει τα συμβόλαια και με περίμεναν να υπογράψω. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα και στα δεκαέξι μου βρέθηκα να αγωνίζομαι στη Juventus».
Οι γονείς σου πώς αντέδρασαν σε όλο αυτό;
«Παρότι δεν μου το έδειξαν ποτέ, είμαι βέβαιος ότι ήταν πολύ δύσκολο για εκείνους. Ήμουν ακόμη παιδί, μόνος σε μια ξένη χώρα. Νιώθω, όμως, απέραντη ευγνωμοσύνη και περηφάνια για έχω αυτούς τους γονείς. Δεν στάθηκαν ποτέ εμπόδιο στα όνειρά μου. Αντίθετα, από την πρώτη στιγμή, μου είπαν πως αν αυτό ήταν που ήθελα πραγματικά, θα ήταν δίπλα μου και θα με στήριζαν».
Θυμάσαι το πρώτο διάστημα εκεί;
«Τα θυμάμαι όλα σαν να έγιναν χθες. Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος. Υπήρχε μοναξιά, υπήρχε ρατσισμός και, κυρίως, υπήρχε η δυσκολία της επικοινωνίας, αφού δεν μιλούσα ούτε αγγλικά ούτε ιταλικά. Σχεδόν καθημερινά ερχόμουν σε σύγκρουση με κάποιον. Παρ’ όλα αυτά, κάθε πρωί πήγαινα στο σχολείο της ακαδημίας, για να μάθω τη γλώσσα και να προσαρμοστώ. Μέσα στο γήπεδο, όμως, δεν χαριζόμουν σε κανέναν. Ήμουν εγώ απέναντι σε άλλους 23 ποδοσφαιριστές. Ίσως να ήταν και η άγνοια κινδύνου, που έχει κανείς σε μια τέτοια ηλικία. Σήμερα δεν ξέρω αν θα είχα το ίδιο θάρρος να το τολμήσω».
Σε εκείνους τους δύσκολους πρώτους μήνες, νοσταλγούσες την Κύπρο;
«Σκέφτηκες να τα παρατήσεις όλα και να επιστρέψεις; Συνέχεια αυτό σκεφτόμουν. Το λέω ακόμη και σήμερα: Όσοι δεν έχουν ζήσει στο εξωτερικό, δύσκολα καταλαβαίνουν πόσο ξεχωριστή είναι η Κύπρος. Με όλα τα προβλήματά της, παραμένει ένας μικρός παράδεισος που τα έχει σχεδόν όλα».
Θυμάσαι τη στιγμή που έμαθες ότι θα παίξεις στην πρώτη ομάδα της Juventus;
«Πώς να την ξεχάσω; Ήμουν στην Κύπρο, όταν με πήραν τηλέφωνο, για να μου ανακοινώσουν ότι σε δύο εβδομάδες θα ξεκινούσα προετοιμασία με την πρώτη ομάδα. Θυμάμαι πως βρισκόμουν σε ένα τυπικό κυπριακό τραπέζι, με φωνές και μουσικές και τους έλεγα ότι μάλλον κάνουν λάθος, γιατί πίστευα πως μιλούσαν για τη δεύτερη ομάδα. Όταν κατάλαβα τι πραγματικά συνέβαινε, πάγωσα για λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν ένα όνειρο που ξαφνικά γινόταν πραγματικότητα!».
Τα είχες, όντως, ονειρευτεί όλα αυτά;
«Έχω μια φωτογραφία, είμαι δεν είμαι οκτώ ετών, που φοράω μία μπλούζα της Juventus και μία της Real Madrid. Ήταν οι δύο ομάδες που οραματιζόμουν να παίξω. Στη μία δεν τα κατάφερα, έπαιξα όμως στην αμέσως επόμενη».
Πώς ήταν να συνυπάρχεις καθημερινά με ποδοσφαιρικούς θρύλους;
«Ήταν μια μοναδική εμπειρία. Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ότι οι μεγαλύτεροι αστέρες του ποδοσφαίρου, άνθρωποι με φήμη, χρήματα και αμέτρητες επιτυχίες, ήταν συχνά οι πιο απλοί και προσιτοί. Χωρίς να το ζητήσω, με πλησίαζαν για να μου δώσουν συμβουλές και να μου δείξουν στήριξη, γιατί αναγνώριζαν το ταλέντο μου. Δεν υπήρχε υπεροψία ούτε ανταγωνισμός. Αντίθετα, πολλές φορές συνάντησα μεγαλύτερες συμπεριφορές ανασφάλειας από ποδοσφαιριστές μικρότερων ομάδων, που ένιωθαν πως έπρεπε να επιβληθούν, για να αποδείξουν την αξία τους».
Συνάντησες και στην Κύπρο τέτοιες συμπεριφορές;
«Ναι, και στην Εθνική ακόμα, υπάρχουν άτομα που βλέπουν τον εαυτό τους μεγαλύτερο απ’ ότι είναι».
Από την περίοδο που έπαιξες στην Juventus, ποιες στιγμές ξεχωρίζεις;
«Νομίζω πως κάθε μέρα εκεί ήταν μια μεγάλη στιγμή, ακριβώς γιατί είχα επαφή με τέτοιους μεγάλους παίκτες. Βγαίναμε έξω, διασκεδάζαμε, πήγα μαζί τους δύο τελικούς Champions League. Έζησα προετοιμασίες στο Hong Kong, στην Αυστραλία, στην Αμερική, με δεκάδες χιλιάδες θαυμαστών να περιμένουν έξω από το ξενοδοχείο, για να τους δουν και να βγάλουν μια φωτογραφία. Ένιωθες αστέρι! Ήμουν ένα από τα αστέρια».
Παρασύρθηκες ποτέ από αυτή τη λάμψη και τη δόξα;
«Ποτέ στη ζωή μου δεν ένιωσα κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που είμαι. Ξέρεις, ένα από τα ελαττώματα που κουβαλάω από μικρός, είναι η αίσθηση του ανικανοποίητου. Διαρκώς αναζητώ το κάτι παραπάνω. Το επόμενο μεγάλο βήμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό με βοήθησε, γιατί με γείωνε, δεν με άφησε να θεωρήσω πως είμαι κάτι σπουδαίο. Δεν είχα αντίληψη του τι συνέβαινε, έτσι δεν επηρεάστηκα ούτε από τα πολλά λεφτά ούτε από τη λάμψη».
Υπήρξαν και περιπτώσεις που αυτή η αίσθηση του «ανικανοποίητου», σου στέρησε πράγματα;
«Είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος αυτή και πιστεύω πως είναι ένας από τους λόγους που δεν κατάφερα να φτάσω πιο ψηλά στην καριέρα μου, γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να ζήσω τη στιγμή και να εκτιμήσω όσα είχα. Όταν διαρκώς θέλεις το κάτι παραπάνω, χάνεις το παρόν, γιατί το μυαλό σου είναι διαρκώς στο μέλλον. Σε κάθε φάση της πορείας, μου σκεφτόμουν το επόμενο βήμα, με αποτέλεσμα να χάνω τη στιγμή».
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Πώς αποφασίζει ένας ποδοσφαιριστής, με καριέρα «κτισμένη» στο εξωτερικό, να επιστρέψει στην Κύπρο;
«Αυτή είναι μια ιστορία που με πληγώνει αρκετά, γιατί πολλοί θεωρούν ότι επέστρεψα επειδή κουράστηκα από το εξωτερικό. Η αλήθεια, όμως, είναι πολύ διαφορετική».
Τι συνέβη;
«Στη Βερόνα βίωνα έντονες διαφωνίες με έναν τεχνικό διευθυντή, με τον οποίο οι χαρακτήρες μας δεν ταίριαζαν καθόλου, σε σημείο μάλιστα που δήλωσε πως δεν με ήθελε στην ομάδα. Όπως καταλαβαίνεις, κάτω από τέτοιες συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να έχεις την απαραίτητη ψυχολογία για να αποδώσεις. Παράλληλα, δεν βοήθησε ούτε η συνεργασία μου με τον τότε manager μου, από τον οποίο περίμενα να μου βρει νέες ευκαιρίες σε μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες. Έτσι αποφάσισα να αποδεχθώ την πρόταση του Άρη, γιατί γνώριζα πόσο επαγγελματικά λειτουργεί ο Σύλλογος και πίστευα ότι εκεί θα έβρισκα τη στήριξη και τον χρόνο που χρειαζόμουν, για να επανέλθω».
Άρα η σχέση ενός ποδοσφαιριστή με τον προπονητή είναι καθοριστική;
«Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο. Και δυστυχώς, είχα αρκετές δυσκολίες στις σχέσεις μου με προπονητές κατά τη διάρκεια της καριέρας μου».
Θεωρείς ότι σε αυτό έπαιξε ρόλο ο χαρακτήρας σου;
«Ίσως, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Μακάρι να είχα συναντήσει περισσότερους ανθρώπους που να με αποδέχονταν γι’ αυτό που είμαι».
Πιστεύεις ότι αυτό σού στέρησε πράγματα;
«Το πιστεύω, ναι! Μακάρι να είχα περισσότερους προπονητές όπως ο Paulo Sousa, ο Απόστολος Μάντζιος και ο Fabio Grosso. Αυτοί οι άνθρωποι με αγκάλιασαν, πίστεψαν σε εμένα και κατάφεραν να βγάλουν τον καλύτερό μου εαυτό μέσα στο γήπεδο. Είμαι βέβαιος ότι αν τους είχα συναντήσει νωρίτερα, η πορεία μου θα μπορούσε να ήταν ακόμη μεγαλύτερη».